Το Εθνος στα Κοινωνικά Μέσα

shutterstock_126250382-1024x682

Της Κορίννας Πατέλη*

Οι πλατφόρμες δεν καταλαβαίνουν από έθνη, δεν ξέρουν από πατριώτες, δημοκράτες ή μη, δεν γράφουν ιστορία, δεν κάνουν προπαγάνδα. Έτσι έχουν φτιαχτεί, αντι-κρατικά, να λειτουργούν με το χαμηλότερο δυνατό κόστος, προσφέροντας απεδαφοποίηση σε Μακεδονομάχους και αντιδραστικούς του alt-right, μέσα από λογισμικά και οθόνες διεπαφής. Οι καθημερινά διαθέσιμοι σε ένα δισεκατομμύριο από εμάς αυτοματισμοί τους επί τούτου κατακερματίζουν την ιδέα ενός κοινού σώματος, ακροατηρίου, ή δημοσίου. Χωρίς να πληρώνουμε ανταποδοτικό τέλος, έξυπνα κουμπιά και εξατομικευμένες επιλογές διαλόγου σαγηνευτικά μας προσκαλούν σε ένα φαντασιακό διεθνοποιημένο «τοπικό»˙ προτάσσουν περίτεχνα ότι υπάρχει πιο πολύ συλλογικότητα «εκεί», στον τοίχο με τους φίλους μας, παρά «εδώ», στη μεταμνημονιακή Ελλάδα.

Τα κοινωνικά μέσα συνέβαλαν στην πραγμάτωση και ενσαρκώνουν συνάμα την κατάρρευση της ιδέας ενός έθνους-κράτους με σύνορα, με δημοκρατικούς θεσμούς, με Εθνική Ραδιοτηλεόραση, με βιομηχανία της κουλτούρας, με δομές παραγωγής νοήματος και πολιτισμού, με εθνικά σύμβολα, με συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας του λόγου, με υπηρεσίες για το δημόσιο συμφέρον.

Το Facebook και το Twitter δεν εκπέμπουν το Τζομπανάκο, το Μινόρε της Αυγής ή τους Φακέλους, αλλά μόνο διαμοιράζονται, δεν αναπαράγουν την παράδοση, αλλά εξατομικεύουν το γούστο του κάθε χρήστη, δεν υπηρετούν τη λαογραφία, αλλά μεταφράζουν αυτόματα, χωρίς γλωσσικά όρια˙ δεν είναι υπόλογα στο ΕΣΡ, αλλά στην αυτορρύθμιση μας, δεν δίνουν δουλειά σε δημοσιογράφους, αλλά προωθούν αλγορίθμους; οι αλγόριθμοι δεν επαληθεύουν, αλλά παράγουν μαζικά, καλούν τους χρήστες να παραγάγουν fake news. Για να είμαστε πιο ακριβείς, οι μονοπωλιακές πλατφόρμες λεηλατούν οικονομικά όλα εκείνα που κάποτε αγαπήσαμε ως δικά μας. Η Βορειοαμερικανική εταιρική τους καινοτομία αφορά ακριβώς ότι τις συνέλαβαν ως την ενσάρκωση μιας παγκόσμιας ελεύθερης αγοράς, δίνοντας το πολυπόθητο ιδεολογικό τέλος στο εγχώριο, στο ενσώματο, στη σάρκα, στη χώρα προέλευσης, στο γηγενές, σε αυτό εν τέλει που έχει ριζώσει συμβολικά στις μνήμες μας–και κανείς δεν ξέρει αν ήταν επειδή ακούγαμε «Τρίτο Πρόγραμμα» ή παρακολουθήσαμε την κρίση των Ιμίων στο γυαλί. Η ίδια η ιδέα ότι οι θεσμοί υποχρεούνται να υπηρετήσουν το «εθνικό», το οποίο μάταια τόσοι προσπαθούσαν να περιγράψουν ως κοινή γλώσσα, παράδοση κτλ. στη Βουλή αυτές τις μέρες, προσφέροντας κοινό νόημα, πρόγραμμα και αφηγήματα ως δημόσιο αγαθό, είναι πια ρετρό και όχι μόνο για τους millenials. Το εκκωφαντικά εφήμερο, απεριποίητο, αυτορυθμιζόμενο περιβάλλον των κοινωνικών μέσων απατηλά θυμίζει το ξέφραγο αμπέλι αντιδραστικότητας, ρατσισμού, φαλλοκεντρισμού και κιτρινισμού, το οποίο και γαλούχησε το Έθνος μέσα από την άναρχη απελευθέρωση των ΜΜΕ στη Μεταπολίτευση. Ταιριάζει με το άρωμα απελευθέρωσης της επικοινωνίας του ’90, τότε που τα ΜΜΕ άνοιξαν τις πόρτες τους σε κάθε καρυδιάς καρύδι, τον ευνοούμενο από μικροπολιτικά συμφέροντα και φίλο επιχειρηματία επαγγελματία, δομώντας αυτό που σήμερα ονομάζεται πελατειακά ΜΜΕ. Όπως και τότε, έτσι και σήμερα η ίδια η λειτουργία ενός θεσμού επικοινωνίας, ενημέρωσης και ψυχαγωγίας δεν συνιστά το στόχο ύπαρξής τους. Αντίθετα με τότε δεν θεραπεύουν την εγχώρια πελατειακότητα, μα το αφηρημένο κεφάλαιο. Οι θιασώτες της αγοράς την έχουν αντικαταστήσει με μία δομική παρότρυνση του αλγορίθμου να παράγεται «πράγμα» μπροστά στις οθόνες μας. Γι αυτό άλλωστε και μας είναι ιδιαίτερα οικείο και επιθυμητό να μην υπάρχει κανείς να βάλει τάξη στο πως επιτρέπεται να τουιτάρει κανείς την λέξη «προδότη», όπως στα παράθυρα της τηλεόρασης, στα οποία η φωνή του δημοσιογράφου φάνταζε σαν τη φωνή ενός παρουσιαστή σε ένα γυάλινο, θεαματικό Κολοσσαίο. Οι πλατφόρμες παράγουν κέρδος από τον όγκο της διάδρασης, την ποσότητα δηλαδή των δεδομένων και των χρηστών και μόνο. Κερδίζουν είτε τσακώνονται Χρυσαυγίτες είτε οργανώνονται ψηφίσματα για τον ΖΑΚ. Χαμηλώνουν δε ακόμα περισσότερο το κόστος παραγωγής με το να μη χρειάζονται τους εργαζομένους που τυπικά είχαν τα ΜΜΕ για να υπηρετήσουν το διττό τους ρόλο στις σύγχρονες δυτικές δημοκρατίες, καθώς και αφηρημένες έννοιες για την κοινωνία όπως ο πλουραλισμός, η ποιότητα, η πρόοδος, η αντικειμενικότητα, η αλήθεια. Στις ΗΠΑ, οι υπηρεσίες τους πρωτοαναπτύχθηκαν εναντίον της τετάρτης εξουσίας διανύοντας την ιδεολογική απόσταση από το φιλελευθερισμό στο νεοφιλελευθερισμό σε μόλις δέκα χρόνια, καταπίνοντας την αγορά των ΜΜΕ για πάντα, παρόλο το ρεπουμπλικανικό τους χρηματοδοτικό πρόσημο. Η πρόσφατη συζήτηση περί εξουσίας του νεοφιλελευθερισμού στο Αμερικανικό Κογκρέσο επισφραγίζει την κυριαρχία του και τη μισαλλοδοξία του επί οποιουδήποτε Εθνικού Σώματος Αντιπροσώπευσης. Ο αρχιτέκτονας των fake news Zuckerberg πρωταγωνιστεί στο θέαμα – επίλογο της νόμιμης πια εκχώρησης της ίδιας της πολιτικής στην υψηλή τεχνολογία.

Η εταιρεία του, όπως και οι 4 άλλες (FAANG), οι οποίες είναι μονοπωλιακές, σχεδιάστηκε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού ως διαμετρικά αντίθετη από τη ραδιοτηλεόραση δημόσιας υπηρεσίας, ένα ευρωπαϊκό κεκτημένο που χτίστηκε για μία μεταπολεμική Ευρώπη η οποία ανοικοδόμησε το Έθνος. Ο στόχος, τότε μα και τώρα που κανάλια αγκομαχούν να νομιμοποιήσουν την ύπαρξή τους έναντι του «μαύρου» της ελεύθερης αγοράς, είναι ποτέ να μην ξαναζήσουμε το Φασισμό, πότε να μην ξαναοδηγήσει η φτώχεια στην προπαγάνδα, τον Εθνικοσοσιαλισμο, τη μισαλλοδοξία και τον πόλεμο. Και αυτό εκφράζεται σε όλες τις Χάρτες Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης, μαζί με τον αναγκαίο πατερναλισμό που το συνοδεύει. Οι πλειοψηφίες οδηγούνται εύκολα στον απολυταρχισμό και τα συλλαλητήρια, και η λαϊκή ετυμηγορία καλλιεργεί τη συντήρηση και θεραπεύει την αντιδραστικότητα. Σύμφωνα με τα τα λόγια του προέδρου του BBC στο μεσοπόλεμο Λόρδου Ρηθ, «το να δώσουμε στο κοινό αυτό που θέλει υποθέτει ότι το κοινό ξέρει τι χρειάζεται».

Οι κυβερνήσεις χωρών και οι κρατικοί λειτουργοί με βαριά παράδοση σε εθνικούς ραδιοτηλεοπτικούς φορείς έχουν προ πολλού αναγνωρίσει τη λεηλασία της φαντασιακής κοινότητας που επιχειρούν τα εν λόγω μονοπώλια και πολύ συχνά χρηματοδοτούν αντίθετες προσπάθειές παραγωγής εθνικού νοήματος, σε μία προσπάθεια να υπενθυμίσουν στους πολίτες τους ότι το περιεχόμενο, αυτό που μέχρι τώρα ονομαζόταν ΜΜΕ, είναι ο φύλακας-άγγελος του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού κράτους και φυσικά του ευρωπαϊσμού. Τόσο νωρίς αναγνωρίστηκε το πρόβλημα που η Ε.Ε. έχει επιχειρήσει να επέμβει και στην συγγενή εταιρική καινοτομία, τις μηχανές αναζήτησης, φτιάχνοντας π.χ. την Europeana.

Ιστορικά, η Ελλάδα αποτελεί εξαίρεση σε αυτές τις προσπάθειες ανάστασης του θεσμού της δημόσιας υπηρεσίας για την ψηφιακή κοινωνία. Η ΥΕΝΕΔ πρωτομπήκε στα σαλόνια του Έθνους επί χούντας, κι όταν ο κόσμος ανακάλυπτε το Ιντερνέτ, η χώρα μας ανακάλυπτε την τηλεόραση. Το Μακεδονικό μπήκε στις οθόνες μας μαζί με την άναρχη ιδιωτικοποίηση της τηλεόρασης και είναι διασυνδεδεμένο με τη ίδια την πολιτική κρίση που συνόδεψε τα βήματά της. Το πρωτοκλασάτα παραγμένο τηλεοπτικό γεγονός, από τον ίδιο τον τίτλο του μέχρι τις διακοπές του προγράμματος για έκτακτα δελτία, σαρώνει τη μνήμη μας.

Στα κοινωνικά μέσα αυτή η μνήμη, παρέα με ό,τι άλλο μη προοδευτικό παραγόταν τα «χρυσά χρόνια» των ΜΜΕ της Μεταπολίτευσης, ακριβώς επειδή δεν διαθέτουμε θεσμούς να αντιταχθούν στα ψηφιακά μονοπώλια, σήμερα απενοχοποιημένα πια -λόγω του αντικρατισμού των πλατφορμών- ανοίγει το δρόμο σε ό,τι πιο μισαλλόδοξο. Οι αλγόριθμοι των πλατφορμών γράφτηκαν ώστε να μην καταλαβαίνουν τον όρο, πολλώ δε μάλλον τη σχέση του με όρους όπως «ιθαγένεια, «εθνότητα», «κατσαπλιάς», «δοσίλογος», και τις πολύπλοκες νοηματικές συνδέσεις που διαχειρίζεται ένας δημοσιογράφος που καλύπτει ένα «εθνικό θέμα». Έτσι κλείνουν το μάτι σε πάσης φύσεως πολιτική διαχείριση του τοπικού και των κοινοτισμών του, αφού αυτές παράγουν όγκο δεδομένων. Κολακευμένοι από τις έξυπνες μηχανές αυτοματοποιημένης δημόσιας απεύθυνσης, Μακεδονομάχοι, «ψεκασμένοι», αλλά και Βλάχοι, Κρητικοί, πάσης φύσεως Έλληνες, είναι όλοι καλοδεχούμενοι με την υπόσχεση ότι θα χειραφετηθούν πολιτικά ή τέλος πάντων κάτι σε συλλογικό θα κάνουν, ένα συλλαλητήριο, ένα κοινό ψήφισμα ή και καθαρό τρολάρισμα και συμμετοχή στον κύκλο των ειδήσεων.

Η κρίση του εθνικού και ο φόβος ότι δεν έχουμε τα εργαλεία να διαχειριστούμε αυτή την αυτόματη παραγωγή του τοπικού από τις πλατφόρμες, κάνει τις παρεμβάσεις της ΕΕ και των ευρωπαϊκών κρατών-μελών χρηματοδοτικά και ρυθμιστικά μονόδρομο. Συνιστούν τη μόνη διέξοδο προς την πολιτική και διορθώνουν τα εργαλεία διαχείρισης της κρίσης του συλλογικού. Τα μονοπωλιακά κοινωνικά μέσα συνιστούν έναν επείγοντα λόγο για την αναζωπύρωση των επιχειρημάτων που αξιώνουν ένα δημόσιο ρόλο για τα ΜΜΕ. Επαναφέρουν στο κέντρο της συζήτησης εγκαταλελειμμένες απολογίες περί δημόσιας παρέμβασης και χρηματοδότησης της επικοινωνίας. Εγείρουν εκ νέου ερωτήματα αναφορικά με το δημόσιο συμφέρον στο επίκεντρο της συζήτησης των ΜΜΕ. Ένα κανονιστικό πλαίσιο είναι απαραίτητο για να αναστρέψει τις σημερινές τάσεις εμπορευματοποίησης. Μόνο αν δεν φοβηθούμε να προφέρουμε τη λέξη «δημόσιο», μπορούμε να αρχίσουμε να συζητάμε για την εξεύρεση ενός τρόπου εξόδου από τη νεοφιλελεύθερη ατζέντα. Είναι δυνατόν να παράσχει τη βάση για μια ανανέωση της παράδοσης των θεσμών κοινής ωφελείας

YOUR CUSTOMERS ARE GLOBAL INTRODUCE YOURSELF