Ο Δρόμος είχε την δική του Δυστοπία!

άμερες μέσα Ή έξω από τα σχολεία, ποιανού θα είναι, ποιος θα τις ελέγξει και με ποιον τρόπο; Παρακολουθούμε την περίτεχνη κατασκευή μιας δυστοπίας. Μπαίνει στα σπίτια μας μέσα από συζήτηση περί εφαρμογών τηλεδιάσκεψης στη διδασκαλία.

Πρόκειται για τη δυστοπία της εποχής του κορονοϊού, που εξυφαίνεται σε κάποια Ελλάδα που δεν είναι ήδη ψηφιακή αλλά «και καλά» χρειάστηκε τον ιό για να γίνει. Μια Ελλάδα που δεν είναι τεχνολογικά αναπτυγμένη, αλλά πιστεύει σε θαύματα! Αδράχνεται από θεσμικούς αργαλειούς, από την κυβέρνηση, από την αντιπολίτευση, τους δασκάλους, τους καθηγητές, την οικογένεια και τα φροντιστήρια και φαντάζεται τον Μεγάλο Αδελφό σε παραγωγή ΣΚΑΪ!

Σαΐτα αυτού του αργαλειού είναι η ίδια η ιδέα της αλλαγής. Του ορισμού τι είναι σχολείο και τι σπίτι. Συνεπώς, τι είναι δημόσιο και τι ιδιωτικό. Τα νήματα γυρνάνε λες και το υφαντό παράγεται σε μια Ελλάδα που δεν είναι ψηφιακή. Ποιος θα ελέγξει την επικίνδυνη σαΐτα που έφερε ο ιός, μας λένε.

Η δυστοπία προτάσσει πως η αλλαγή που ήρθε σε άλλες χώρες της Ε.Ε. με την έλευση του διαδικτύου, σε εμάς έφτασε μόλις τώρα με τον κορονοϊό και μας επιβάλλεται. Γι’ αυτό και είναι «δυστοπικό» αυτό το υφαντό τόσο για τη Δεξιά όσο και για την Αριστερά. Στο επίκεντρό της, παραμένει το εθνικό μας φετίχ: η «φωτοτυπία», η «φόρμα», η «αίτηση» και η απειλή αντικατάστασής τους. Γύρω γύρω τα γνωστά… το φροντιστήριο, η κάμερα, οι φωτογραφίες και οι αναρτήσεις. H πειρατεία, η επιτήρηση, η σοφία, το κρυφό σχολείο, το σύγγραμμα, τα πνευματικά δικαιώματα, η αριστεία…

Γραφικά μεν, μα τα παιδιά βαρέθηκαν το «ακόνισε το μολύβι σου» και το «να αγοράζεις τη μουσική γιατί εξαθλιώνεις καλλιτέχνες», όπως λένε οι θιασώτες της δυστοπίας. Το σκονάκι φοιτητών εδώ και χρόνια είναι το jpeg ενός χαρτιού. Δεξιοί, αριστεροί, θρήσκοι ή όχι, γονείς ή μη, υφαίνουν με τον ίδιο τρόπο τη φοβία για το ψηφιακό. Αντιπαραβάλλουν το «διά ζώσης» με το «ψηφιακό». Βασίζονται για αυτό στο μεγάλο εθνικό μας ψέμα, που διαχωρίζει και αντιπαραθέτει το φυσικό, το σώμα (και άρα τον θάνατο), με το δυνητικό, το ψηφιακό. Η δυστοπία αδράχνεται από αυτούς που τα φαντάζονται διαχωρισμένα αυτά. Τον γονέα που ελέγχει τη φωτοτυπία από το φροντιστήριο, τον ιδιοκτήτη του σχολείου που θέλει τα λεφτά του και ας πληρώνει κακά τους δασκάλους του. Ετσι είναι τα υφαντά, γεμάτα εικόνες, όχι αλήθειες!

Στο κέντρο του φοβικού, συλλογικά παραγόμενου υφαντού βρίσκεται η κάμερα. Η οικεία εδώ και δεκαετίες συσκευή γίνεται ξαφνικά «ξένο σώμα» και ας την κρατάνε ήδη οι μαθητές. Η ιδέα πως η κάμερα «απειλεί» να ενώσει αυτούς τους δύο κόσμους που θεωρούνται ξεχωριστοί συνιστά μάλλον μια εθνική νεύρωση. Λες μέχρι τώρα έξω από τα σχολεία ή μέσα στα σπίτια δεν υπήρχε το κινητό.

Η πολιτική οικονομία του Ιντερνετ εξουδετερώνει δυστοπίες. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως είμαστε ήδη ψηφιακοί και πως τα παιδιά μας βρίσκουν τους φίλους τους, μαθαίνουν άτυπα ήδη εδώ και 20 χρόνια «και» από το Ιντερνετ. Παρ’ όλες τις δομικές ανισότητες, η κοινωνία μας έχει προ πολλού ενσωματώσει τις ισχνές υποδομές που διαθέτουμε στη ζωή της με ιδιοφυείς τρόπους. Δεν χρειάζεται καν να μιλήσει κανείς για το «ψηφιακό σχολείο» – είναι αυτονόητη η ενσωμάτωση.

Το κυριότερο, όμως, είναι πως δεν υπάρχει αμφιβολία πως όλα αυτά καμία σχέση δεν θα έπρεπε να έχουν με το εάν θα ανοίξουν τα σχολεία. Τα σχολεία μας δεν έχουν Ιντερνετ. Στην πλειονότητά τους μιλάμε για ψηφιακά κοντέινερ με παιδιά που δεν μπορούν να κάνουν μάθημα και ανήκουν σε ΙΔΙΩΤΙΚΈΣ εταιρείες τηλεπικοινωνίας. Αυτές καθόρισαν τη δομική ανισότητα και μπορούν και να χρεώνουν περισσότερα από ό,τι σε όλη την Ε.Ε. Τα παιδιά μας το ξέρουν καλά αυτό κάθε φορά που ζητάνε σύνδεση. Κατεβάζουν εκπαιδευτικό υλικό γιατί αν περίμεναν από το κράτος δεν θα διάβαζαν τίποτα και, ναι, το κατεβάζουν τσάμπα.

Αυτές είναι και οι ανισότητες που πυροδοτούν χρόνια στην Αριστερά τη δυστοπία. Εύκολο για την Αριστερά το να θεωρεί καπιταλιστικά τα ψηφιακά και όχι τον Τύπο.

Είναι εύκολο και για το κράτος να θρέφει το τέρας της δυστοπίας και να προσφέρει αργαλειούς σε σοφούς άντρες και τα αποφθέγματά τους περί δικαιωμάτων διδακτικής σοφίας και διδακτικής μαγείας σε μία στιγμή που έτσι κι αλλιώς δεν έχουμε την υποδομή να συζητήσουμε πραγματικά για τις κάμερες στα σχολεία. Δεν είναι το ερώτημα εάν πρέπει να επιτρέπονται οι κάμερες στα σχολεία. Το ποιος επενδύει στη δυστοπία, εκμεταλλευόμενος την εθνική μας εμμονή με το χαρτί ως σημείο ελέγχου σχέσεων, είναι.

* επικοινωνιολόγος – σύμβουλος Ψηφιακής Πολιτικής

Δημοσιευμένο στην έντυπη έκδοση της ΕΦΣΥΝ,  Παρασκευή

https://www.efsyn.gr/stiles/apopseis/243476_o-dromos-eihe-ti-diki-toy-dystopia

JUST TAKE ME TO THE BLOG I JUST WANNA READ